πόλεμ'

πόλεμ'
πόλεμε , πόλεμος
war
masc voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • -ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… …   Dictionary of Greek

  • Liste griechischer Wortstämme in deutschen Fremdwörtern — Griechische Wortstämme sind im Deutschen überwiegend in Fachausdrücken zu finden, die entweder direkt dem Griechischen entstammen oder Neubildungen sind. Von einer begrenzten Anzahl dieser Wortstämme wurden und werden zahlreiche wissenschaftliche …   Deutsch Wikipedia

  • Πριαμήϊος — ηΐα, ον, Α (επικ. τ.) πριαμικός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < Πρίαμος + κατάλ. ήϊος (πρβλ. πολεμ ήϊος)] …   Dictionary of Greek

  • εμποδών — (Α ἐμποδών) (επίρρ. κατ αναλογ. προς το ἐκποδών*) 1. μέσα στα πόδια, μπρος στα πόδια («κτείνειν πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον», Ηρόδ.) 2. ως εμπόδιο, με τρόπο που να δημιουργεί ή να παρουσιάζει εμπόδια («οὐδεὶς ἐμποδών κεῑται νόμος», Ευριπ.) 3. με… …   Dictionary of Greek

  • κασωρικός — κασωρικός. ή, όν (Α) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε πορνείο, σε χαμαιτυπείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κασωρίς + κατάλ. ικός (πρβλ. πολεμ ικός, ρυθμ ικός)] …   Dictionary of Greek

  • κατηγορησείω — (Α) επιθυμώ να κατηγορώ ή να κατηγορήσω. [ΕΤΥΜΟΛ. Εφετικό τού ρ. κατηγορῶ (πρβλ. πολεμ ησείω, τιμωρ ησείω)] …   Dictionary of Greek

  • κλεφτοπολέμαρχος — και κλεφτοπολεμάρχος, ο (επί τουρκοκρατίας) αρχηγός τών κλεφτών («νά ναι πρωτοπαλίκαρο και κλεφτοπολέμαρχος», δημ. τραγ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κλέφτης + πολέμ αρχος] …   Dictionary of Greek

  • κυάναιγις — κυάναιγις, ίδος, ἡ (Α) (επίθ. τής Παλλάδος) αυτή που φέρει φοβερή ασπίδα, κυανόχρωμη αιγίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύανος + αἰγίς (πρβλ. μελάν αιγις, πολέμ αιγις)] …   Dictionary of Greek

  • μελάναιγις — Επονομασία του Διόνυσου. Προς τιμήν του, ο Μέλανθος είχε ιδρύσει ιερό και βωμό στην τοποθεσία Μελαινές της Αττικής, επειδή είχε νικήσει σε αγώνα τον Ξάνθο με τη βοήθεια του θεού. Σύμφωνα με την παράδοση, ο θεός εμφανίστηκε στον αγώνα φορώντας… …   Dictionary of Greek

  • οικοδομιστήριος — οικοδομιστήριος, ον (Α) χρήσιμος για οικοδομή. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἰκοδομῶ + κατάλ. ιστήριος τών ρ. σε –ιζω (πρβλ. βασαν ιστήριος, πολεμ ιστήριος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”